Μίλτος Σαχτούρης, Συλλογή "Χρωμοτραύματα",

... κι ο χρόνος πάντοτε Κρόνος Κανίβαλος τρόμος

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Το σπίτι -2


(συνέχεια)
Ήτανε κάμποσος καιρός τώρα που η Όλγα μιλούσε περίεργα. Ήταν από τότε που άρχισαν να ψάχνουν για καινούργιο σπίτι. «Μα πώς να το πάρουμε αυτό, αγάπη μου, είναι αγέννητο, είναι έμβρυο ακόμα, σου λέω. Δε αισθάνεσαι την παγωνιά του μη υπαρκτού, του μη-όντος που κάνει εδώ μέσα; Δεν έχει γεννηθεί ακόμα, γι αυτό». Ο Τάκης έκανε πως δεν άκουσε, ο μεσίτης την κοιτούσε με ένα βλακώδες ύφος.
«Μα είναι ακόμα στα τούβλα γι’ αυτό κάνει κρύο, σκεφτείτε το τελειωμένο και επιπλωμένο θα δείχνει αλλιώς, λίγη φαντασία χρειάζεται κυρία μου» της είπε.
«Κανείς δεν ξέρει πως μπορεί να εξελιχθεί μια εγκυμοσύνη, ούτε αγοράζεις ρούχα για ένα έμβρυο, έτσι δεν είναι; » αποκρίθηκε η Όλγα και η απάντησή της έκανε το βλέμμα του να μοιάζει ακόμα πιο ηλίθιο.
«Μα είναι ωραίο σπίτι και όπως ακριβώς μου είπατε πως το θέλετε» ψέλλισε εκείνος με αξιοθρήνητο ύφος, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι είχε χάσει το παιχνίδι αλλά δε κατανοούσε γιατί.
«Πάμε αγάπη μου, δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα» τον τράβηξε έξω από την οικοδομή η Όλγα.
Μάλλον έφταιγε που είχε χάσει το παιδί, σκεφτόταν ο Τάκης, αν και ήταν μόνο δυο μηνών, ποιο παιδί, έμβρυο ήταν. Παρ’ όλα αυτά επέμενε να συνεχίσουν να ψάχνουν για να αγοράσουν καινούργιο σπίτι, γιατί αυτό θα την ανανέωνε, θα την έκανε να νιώσει καλύτερα. Ύστερα, όμως, άρχισαν αυτά τα περίεργα καμώματα.
«Αυτό το σπίτι ζητάει τους ενοίκους του, εμένα δε με θέλει, σίγουρα θα με ξεράσει στην πρώτη ευκαιρία, μια πλημμύρα, μια φωτιά, ένας σεισμός, έτσι είναι. Όταν έχεις μάθει με κάποιους ανθρώπους δύσκολα αλλάζεις»
«Μα δεν είναι τόσο παλιό το σπίτι, μόνο δέκα ετών, και ίσα που κατοικήθηκε πέντε χρόνια σας λέω».
«Η μυρωδιά τους είναι ακόμα μέσα, τους καλεί, τους φωνάζει, τους αποζητά. Επιτέλους, δε θέλω να υιοθετήσω ένα παιδί που μόλις το εγκατέλειψαν και το ξέρει.»
Κι αυτός ο μεσίτης είχε περίπου την ίδια αντίδραση με τον προηγούμενο. Γούρλωσε τα μάτια του και συνέχισε να ψελλίζει με αξιοθρήνητο ύφος «μα είναι ευκαιρία, έχουν ανάγκη, μη το χάσετε».
Κάπως έτσι κυλούσαν τα ραντεβού με τους μεσίτες. Κάποτε έπεσε σύρμα, και μόλις άκουγαν το όνομά της της έκλειναν το τηλέφωνο ή δεν απαντούσαν στα μηνύματά της ή ακόμα της έλεγαν πως το ακίνητο που την ενδιέφερε πουλήθηκε. Κάποιος κακεντρεχής, την πήρε πίσω και της είπε ότι δυστυχώς διέθεταν μόνο έμβρυα και οικήματα σχολικής ηλικίας και άρτι εγκαταλειφθέντα. Μήπως το ξανασκέφτηκε και την ενδιέφερε; Εκείνη, απαθής σε όλα αυτά, έβαλε απλώς τον Τάκη να τηλεφωνεί με το δικό του όνομα. Γρήγορα έπεσε σύρμα και γι αυτόν.
Κάποτε βρήκαν ένα πολύ παλιό σπίτι. «Κοίτα τι όμορφο κιγκλίδωμα, τι λεπτομέρεια στα φύλλα των λουλουδιών!» θαύμασε η Όλγα. Ο Μιχάλης χάρηκε, επιτέλους βρήκε κάτι να της αρέσει, θα σταματούσε το ατέρμονο ψάξιμο. «Μα τι λες αγάπη μου, δεν ένιωσες πως βαριανάσαινε το σπίτι; Πεθαίνει. Θα υιοθετούσες ποτέ ένα παιδί ετοιμοθάνατο;» του είπε όταν έφυγε ο μεσίτης, τον οποίο άφησε αυτή τη φορά να πιστεύει πως είχε επιτέλους πουλήσει. 
Αυτές οι μεταφορές της τον είχαν εξουθενώσει. Καταντούσε πλέον κοροϊδία. «Τέρμα» της είπε. «Δεν ψάχνω άλλο, άμα θες ψάξε μόνη σου και όταν βρεις αυτό που θες τότε να το δω κι εγώ. » Έτσι της είχε μιλήσει προχθές το Σάββατο μετά την τελευταία τους εξόρμηση. «Καλά αγάπη μου» του είχε απαντήσει αυτή ατάραχη όπως πάντα – πόσο του έδινε στα νεύρα αυτή η αταραξία της, πάνω από όλα αυτό.
Και σήμερα αυτό. Άκου θα γεννήσει ένα σπίτι. Μήπως έπρεπε να την πάει, τελικά, στο γιατρό που του σύστησε η αδερφή του; Της το έφερε απ’ έξω απ’έξω. «Εντάξει» του είπε εκείνη «αλλά όχι αύριο, γιατί έχω ραντεβού με τον Περικλή». Ο Περικλής ήταν ο γυναικολόγος. Ώστε αυτό ήταν. Είχε, ευτυχώς, μείνει έγκυος. Έτσι εξηγούνταν τα παράξενα φερσίματα. Αναστέναξε βαθειά. «Γλυκειά μου, θα πάμε μαζί».
(συνεχίζεται}

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Το σπίτι - 1

-Θα κάνω ένα σπίτι» είπε.

-Τι εννοείς, θα κάνεις ένα σπίτι; Θα το φτιάξεις; Μη τρελαθούμε τώρα, δεν είσαι ούτε αρχιτέκτονας, ούτε εργολάβος. Εντάξει, καταλαβαίνω την απογοήτευσή σου αλλά ως εκεί!, είπε ο Τάκης εκνευρισμένος μπουρδουκλώνοντας τις λέξεις ανάμεσα στις μπουκιές του κοτόπουλου που κατέβαζε λαίμαργα. Είχε μόλις γυρίσει από τη δουλειά και δεν είχε καμία όρεξη για τις παραξενιές της Όλγας.

-Αγάπη μου, εννοώ απλούστατα πως θα γεννήσω ένα σπίτι!

Ο Τάκης γούρλωσε τα μάτια του καθώς οι μπουκιές μπερδεύτηκαν αυτή τη φορά για τα καλά μαζί με την οργή του και κόντεψαν να τον πνίξουν στην προσπάθειά του να εκστομίσει τις χειρότερες βρισιές που ήξερε. Αυτό πήγαινε πολύ. Εδώ και καιρό καταλάβαινε πως η Όλγα τον δούλευε κανονικά αλλά αυτό πήγαινε πολύ. Ένα γερό χέρι ξύλο ήθελε, να τι ήθελε, μα έλα που μόλις τον κοιτούσε με αυτό το βαθύ βλέμμα, εκείνος πάγωνε. Χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει χτύπησε με δύναμη τη γροθιά του στο τραπέζι. Μόνο που ξέχασε πως το τραπέζι ήταν γυάλινο. Ήταν μια από τις τελευταίες της αλλαγές στο σπίτι. Αγόρασε ένα τραπέζι γυάλινο για την τραπεζαρία όπου και έπρεπε να τρώνε. «Το φαγητό είναι τελετή» έλεγε. «Το φαγητό στην κουζίνα είναι πρόχειρο, θα τρώμε στην τραπεζαρία». Και στην τραπεζαρία ήθελε το τραπέζι γυάλινο. Δημιουργούσε, λέει, την αίσθηση πως τα πιάτα ίπτανται. Ήθελε να ήταν γυάλινο και το δάπεδο, «καθρέφτης αγάπη μου», αλλά αυτό δεν της το επέτρεψε.

Η Όλγα εξαφανίστηκε πίσω από το ξύλινο παραβάν με τα ζωγραφισμένα στο χέρι παγώνια που χώριζε την τραπεζαρία από την κουζίνα και σε λίγο γύρισε με πανιά, νερό και επιδέσμους. Του έπλυνε καλά το χέρι και του το έδεσε. Εκείνος είχε πέσει μισολιπόθυμος στον καναπέ. Δεν άντεχε να βλέπει αίμα, πολύ περισσότερο το δικό του. Η Όλγα τηλεφώνησε στο κατάστημα επίπλων "Η Άνεσις" και παρήγγειλε ένα καινούργιο, ίδιο τραπέζι. Δήλωσε πως θα πληρωθεί με την πιστωτική τους, αφού του έριξε ένα βλέμμα που ο εκείνος  το μετέφρασε στη γνωστή  απειλητική φράση  με  τόνους ελαφριάς  ειρωνίας :  "δεν πιστεύω να διαφωνείς".  Ύστερα η Όλγα μάζεψε τα γυαλιά και ότι είχε απομείνει από το τραπέζι, και αφού σκούπισε και σφουγγάρισε καλά, πήρε το βιβλίο της – αναθεματισμένα βιβλία, πώς θα ήθελε ο Τάκης να ήξερε τι γυρίζει μέσα στο κεφαλάκι της όταν σας διαβάζει - και κάθισε αναπαυτικά στην μπερζέρα της απλώνοντας τα πόδια της στο σκαμπό.
(συνεχίζεται)